Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016


 Φωτογραφία της Efi Kalogeropoulou.


ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ

Λέγατε: θάνατος, σιωπή, μοναξιά•
όπως έρωτας, ζωή. Λόγια προσωρινά,
πλάσματα φανταστικά, εικόνες.
Κι ο αγέρας σηκώνεται ελαφρύς κάθε πρωί
κι ο χρόνος με το χρώμα της βροχής και του σιδήρου
περνά πάνω απ' τις πέτρες,
πάνω απ' τον περίκλειστο βόμβο των καταραμένων.
Η αλήθεια είναι ακόμη μακριά.
Πες μου, όμως, άνθρωπε καρφωμένε στο σταυρό,
κι εσύ από χέρια που χόντρυναν απ' το ξεραμένο αίμα,
Πώς ν' απαντήσω σε κείνους που ρωτάνε;
Τώρα. Τώρα. Πριν μπει κι άλλη σιωπή
μες στα μάτια, πριν σηκωθεί ο αγέρας
κι άλλη σκουριά προσθέσει.

Salvatore Quasimodo
μτφρ: Ζήσης Σαρίκας

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Γιώργος Βέης ///ΠΑΝΤΟΥ,εκδ.Κέδρος ,2015///





O ΤΟΠΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΒΛΕΜΜΑ

Με αφορμή την ανάγνωση του ΠΑΝΤΟΥ (Γιώργος Βέης, εκδόσεις Κεδρος,2015)

Γράφει η Εφη Καλογεροπούλου


Ένα ψηφιδωτό αισθήσεων, μια φωτοχυσία αισθημάτων, συνάφεια εκδοχών  ορατών και αοράτων. Το βλέμμα ως μαγνήτης. Ενας υπερμεγέθης  μαγνήτης που έλκει  ρινίσματα ζωής. Ενα άγρυπνο μάτι  που «σαρώνει» το τοπίο .Υπάρχει  εδώ μια ακαριαία δραστική σύλληψη ουσίας.

Εννοια και μορφή ,ιστορία και μύθος  βρίσκονται σε διαρκή περιστροφή.


Αντιγράφω από το πρώτο μέρος του βιβλίου με τον τίτλο ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΠΙΝΑΚΕΣ :Το φώς της ΣΙΝΓΚΑΠΟΥΡΗΣ

«Σινγκαπούρη κατά λέξη πάει να πει η Πόλη του Λέοντος.Απο τις σανσκριτικές λέξεις «singa”- λέων –και “pura” –πόλις.Πρόκειται ασφαλώς για το λιοντάρι που εχει το προνόμιο να αλλάζει μορφές ή να φρουρεί μυστικά σοφίας»/(σελ.35)Αλλά μια λέαινα «απαιτητική και πεισματάρα,που δεν συγχωρεί εύκολα άλλη ερωμένη.Κειμενική και μη»/(σελ.173)


Ο  Γιώργος  Βέης με προσήλωση,κινείται διαρκώς  ανάμεσα στο  φώς και τη σκιά, το ορατό και το αόρατο, νιώθει τον κραδασμό της υλικότητας του και με ενάργεια ,ακρίβεια και αισθαντικότητα, τον περιγράφει. Περιδιαβαίνει διακριτικά  τα κρυπτικά νοήματα του κόσμου της Ανατολής. Με τις  άκρες των δαχτύλων του ψαύει το πολύτιμο ιστορικό φορτίο του φιλόξενου τόπου ,συλλέγει στιγμές από τον βυθό της καθημερινότητας και μας προσφέρει  ένα αισθητικό φορτίο υψηλής ρευστότητας ευθυγραμμιζόμενος με τον Κομπαγιάσι Γιατάρο,ή αλλως Ισα: «Αυτός ο κόσμος είναι σκέτη δροσιά: στάζει ακατάσχετα»/ (σελ.122).


Ακολουθεί το πέρασμα του ταξιδευτή –ποιητή  στην Κίνα.

«Κάνε να φανεί καθαρά η μικρότητα του τόπου-ο σιδερένιος και αδιαπέραστος κύκλος,από τον οποίο είναι ζωσμένος. Ετσι, από την μικρότητα του τόπου θα βγούν οι Μεγάλες Ουσίες.»/Διονύσιος Σολωμός,Στοχασμοί,9/(σελ.191)

Η στοχαστική σκέψη του Σολωμού –που ο Γιώργος Βέης  επικαλείται- προοικονομεί την μορφή της αφήγησης που ακολουθεί.

Σινγκαπούρη, Κίνα, Ιαπωνία  Κορέα, Γουινέα, σταθμοί ενός  ταξιδιού, όπου η εικόνα και οι βιωμένοι τόποι ,η φιλότητα του τοπίου αλλά και  ο απόκοσμος ερμητισμός του, γίνονται το όχημα μιας εσωτερικής  αναζήτησης, ένα ταξίδι αυτογνωσίας που με γενναιοδωρία ο συγγραφέας μοιράζεται με τον αναγνώστη.

Οι πρώτες εντυπώσεις του,η ιστορία και η αρχιτεκτονική των τόπων, η φύση και η τέχνη, οι καθημερινές συνήθειες των ανθρώπων, διατρέχουν την αφήγηση του μέσα από το φίλτρο της φιλοσοφικής ενατένισης ,αλλά και την ομορφιά ενός ποιητικού λόγου που ξέρει να ενσωματώνει το ουσιώδες και να απορρίπτει το περιττό.

Διακειμενικότητα και ολιστική σκέψη είναι εδώ.

 Κοιτάσματα από το μεταλλείο της ιστορίας κάθε τόπου, ανασύρονται στην επιφάνεια πλουτίζοντας μας με το  πολύτιμο φορτίο της εξόρυξης.

Αποφθεγματικές  φράσεις, αποσπάσματα έργων  από τον Ομηρο,τον Ρίλκε ,τον  Διονύσιο  Σολωμό,  Γιούκιο Μισίμα, Καβαμπάτα Γιασουνάρι, Χιτόμι Κανεχάρα,αλλά και τους Φρίντριχ Νίτσε, Ρολάν Μπαρτ, Χέγκελ ,Σπινόζα, Μισέλ Φουκώ, Αλαίν Μπαντιού κά..  όλα οικεία αποκτήματα της πνευματικής σκευής του Γιώργου Βέη, συνθέτουν ένα αφήγημα όπου η αιχμαλωτισμένη από το βλέμμα υλικότητα των πραγμάτων, παραχωρεί την θέση της σε μια ανάερη πνευματικότητα.

Η αύρα της Ανατολής ,η υγρασία των τόπων, η θερμοκρασία των αισθήσεων, η σωματικότητα της δέσμης των συγκινήσεων ,διαμορφώνει ένα ποιητικό ανάγλυφο ξεχωριστής ομορφιάς.

  
Η μεταφορά στον Ισημερινό της Αφρικής, η εξοικείωση με έναν ακόμη άγνωστο κόσμο, συνθέτουν  τον νέο καμβά. Ο ποιητής- ταξιδευτής Γιώργος Βέης αφηγείται:

Απόσπαση στον Ισημερινό. Της Αφρικής. Πέρασαν ήδη οι δέκα πρώτοι μήνες. Η παραμονή μου, ως τώρα ,ένας κραδασμός. Ενας καταιγισμός πινάκων ζωγραφικής που είναι έτοιμοι να ζωντανέψουν με την παραμικρή μου κίνηση(σελ.284)

Η δύναμη και το απρόβλεπτο της τροπικής φύσης, οι αχανείς διαστάσεις και η  μυθολογία του τοπίου, οι κλιματικές επιπτώσεις στη ζωή των γηγενών, το λιμάνι Ville morte –φάντασμα θανάτου ,όπως αποκαλείται η Ντουάλα, η μεγαλύτερη πόλη του Καμερούν, η κυριαρχία  του σαρκικού, η φθορά ,η χωρίς βεβαιότητες  ζωή ,η θνητότητα, υφαίνουν το ένδυμα μιας στέρεης και απολύτως ελκυστικής  μέσα στην ακριβόλογη λιτότητά της ,αφήγησης.


Ωστόσο,ο ποιητής –ταξιδευτής Γιώργος Βέης, επιλέγει να κλείσει αυτήν την περιπλάνηση επιστρέφοντας εκεί, στον γενέθλιο τόπο των παιδικών του χρόνων στον Πύργο, ένα από τα ορεινά χωριά της Σάμου. Θυμίζοντάς μας  πως  επιστρέφουμε πάντα εκεί, από όπου δεν φύγαμε ποτέ!

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016



It's finished
It's all over
Over
And there won't be another
It won't be good
Ever again
Never more
Maybe never more
It's like a nightmare
All of it
Maybe
Where is somebody new?
Where will he come from?
If he comes
Or won't he come
Ever again?
Maybe never more
take it or leave it
This is what you're stuck with
What can you do?
You lose your words
Yet you cannot go
It's been over for a llong time
It's good that utopia eXists
Good to know
I won't be here llong
Take it or lleave it
Say, honey, why?
Over now?
And there won't be another
It won't be good
Ever again
Maybe never more
He's got my soul
Things are going his way
Without him
This world is barren
With him
Life is full and happy
Silly
Never again
Maybe never more
It's over
All over
There's no end
No end now
It can't fade
And it won't fade
Ever again
Never maybe
Maybe never more.

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

 φωτο: L " important c' est d' aimer,1975/ romy Schneider,Fabio Testi

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ 
Wislawa Szymborska

Χρωστάω τόσα πολλά
σ΄αυτούς που δεν αγαπώ.

Την ανακούφιση σαν αποδέχομαι
πως είναι κάποιων άλλων προσφιλείς.


Τη χαρά, που δεν είμαι
ο λύκος για τα πρόβατά τους.


Τη γαλήνη μου, σαν είμαι πλάι τους
γιατί μαζί τους είμαι ελεύθερη
κι αυτό, η αγάπη ούτε δίνει,
ούτε ξέρει πως να δέχεται.


Δεν τους περιμένω
από πόρτα σε παράθυρο.
Καρτερική σχεδόν όσο
ένα ηλιακό ρολόι,
κατανοώ
αυτά που η αγάπη δεν κατανοεί.
 

Συγχωρώ
αυτά που η αγάπη δε θα συγχωρούσε ποτέ.


Από συνάντηση σε γράμμα
δεν περνά μια αιωνιότητα,
μόνο μερικές μέρες ή βδομάδες.


Οι εκδρομές μαζί τους καταλήγουν πάντα μια χαρά.
Οι συναυλίες ακούγονται
Οι καθεδρικοί γυρίζονται
Τα τοπία ξεκαθαρίζουν


Κι όταν επτά ποτάμια και βουνά
μπουν ανάμεσά μας
είναι ποτάμια και βουνά
εύκολα αναγνωρίσιμα σε κάθε χάρτη.


Χάρη σ΄ αυτούς
ζω στις τρεις διαστάσεις,
σ΄ένα μη λυρικό και μη ρητορικό διάστημα
μ΄έναν εναλλασόμενο, παρόλα αυτά πραγματικό, ορίζοντα.


Ούτε οι ίδιοι δεν ξέρουν
πόσα μεταφέρουν στα άδεια τους χέρια.


«Δεν τους χρωστάω τίποτα,»
θα έλεγε η αγάπη
για αυτό το ανοιχτό ζήτημα.


Wislawa Szymborska
μεταφραση: Ευαγγελία Καρυοφυλλίδου
περιοδικό ΤΕΦΛΟΝ,τεύχος 2



Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016



…………………………………………………………..
δεν είμαι πουθενά κανείς
κανείς δεν έμεινε να δει τη προφητεία

φιλμ ασπρόμαυρο σκεπάζει την οθόνη
κινηματογράφος θερινός περασμένες δέκα
σινεφίλ σφυγμοί και λείπεις

απεγνωσμένα
να θέλω απ την αρχή να γράψει τέλος


τίποτα στη ζωή αθόρυβο
όλα συνομιλούν μες τη σιωπή

ψίθυροι,συλλαβές,φωνήματα
ανέκκλητα χαρίζονται
στην πιο έρημη πλευρά τους


κι η σιωπή σου απόψε επίκληση μνήμης
μνήμη της πάλης του θανάτου
κλέβει απ το τέλος το όνομα σου
και πάνω μου τρυφερά το αποθέτει


που πάει η μνήμη όταν χάνεται;
σε ποιο ήρεμο λιμάνι επιστρέφει;
 
©εφη καλογεροπούλου//κτχρ